επισκέπτομαι

(AM ἐπισκέπτομαι) [σκέπτομαι]
1. πηγαίνω στο σπίτι κάποιου για να τόν δω, να τόν χαιρετήσω, να τού ευχηθώ κ.λπ. («ἠσθένησα, καί ἐπισκέψασθέ με», ΚΔ)
2. (για γιατρό) πηγαίνω σε άρρωστο για να τόν εξετάσω
3. (για αξιωματούχους) επιθεωρώ
νεοελλ.
πηγαίνω κάπου για να παρατηρήσω, να θαυμάσω («επισκέφθηκα όλα τα μουσεία τής πόλης»)
αρχ.-μσν.
παρατηρώ, εξετάζω προσεκτικά
2. φροντίζω, ενδιαφέρομαι για κάποιον.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επισκέπτομαι — επισκέπτομαι, επισκέφτηκα (σπάν. επισκέφθηκα) βλ. πίν. 12 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ἐπισκέπτομαι — pass in review pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επισκέπτομαι — επισκέφτηκα, μτβ. 1. έρχομαι σε κάποιο μέρος για να παρατηρήσω, να εξετάσω ή να θαυμάσω κάτι: Επισκεφτήκαμε πολλά μουσεία. 2. πηγαίνω στο σπίτι κάποιου για να τον ιδώ (να τον χαιρετήσω, να του ευχηθώ, να τον συλλυπηθώ κτλ.), του κάνω επίσκεψη. 3 …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπισκέπτεσθε — ἐπισκέπτομαι pass in review pres imperat mp 2nd pl ἐπισκέπτομαι pass in review pres ind mp 2nd pl ἐπισκέπτομαι pass in review imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεσκεμμένον — ἐπισκέπτομαι pass in review perf part mp masc acc sg ἐπισκέπτομαι pass in review perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεσκεμμένων — ἐπισκέπτομαι pass in review perf part mp fem gen pl ἐπισκέπτομαι pass in review perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεσκέμμεθα — ἐπισκέπτομαι pass in review plup ind mp 1st pl ἐπισκέπτομαι pass in review perf ind mp 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκεπτομένων — ἐπισκέπτομαι pass in review pres part mp fem gen pl ἐπισκέπτομαι pass in review pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκεπτόμεθα — ἐπισκέπτομαι pass in review pres ind mp 1st pl ἐπισκέπτομαι pass in review imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκεπτόμενον — ἐπισκέπτομαι pass in review pres part mp masc acc sg ἐπισκέπτομαι pass in review pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.